ΤΕΣΣΕΡΙΣ (4) + ΜΙΑ (1) ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ 29/09-04/10/2024
Το μοτο-ταξίδι μας στην Κωνσταντινούπολη στην ουσία ξεκίνησε με το briefing της παρέας που πραγματοποιήθηκε τέσσερις ημέρες πριν την έναρξή του.
Στη συνάντηση αυτή έγιναν οι κρατήσεις των δωματίων μέσω Booking, ενεργοποιήσαμε premium συνδρομή σε γνωστό πρόγραμμα πλοήγησης ώστε να έχουμε διαθέσιμους χάρτες ανεξαρτήτως της ύπαρξης δεδομένων – internet στα κινητά μας, καθώς επίσης συζητήθηκε η ώρα αναχώρησης, το σημείο εκκίνησης, το δρομολόγιο και σε γενικές γραμμές το πρόγραμμα που θα ακολουθούσαμε στην Πόλη.
1η ημέρα Κυριακή 29/09/2024
Κυριακή 29/09/2024 και ώρα 08:30΄ άπαντες παρόντες στο σημείο συνάντησης (πρατήριο Ορφανίδη στα δυτικά περίχωρα της Θεσσαλονίκης) με τελευταίους ως συνήθως και αργοπορημένους αφιχθέντες τον γράφων μετά της συζύγου του. Όλη η παρέα αποτελούνταν από πέντε (5) μοτοσυκλέτες και σύνολο εννέα (9) ατόμων που γνωριζόμασταν μεταξύ μας, έχοντας συνταξιδέψει στο παρελθόν σε διάφορες εκδρομές των Moto Adventurers Hellas.
Η σύνθεση της παρέας αναλυτικά ήταν ο γράφων με συνεπιβάτη την Αφροδίτη (Yamaha Super Tenere 1200), ο Θωμάς με την Αλεξία (Honda Varadero 1000), o Δημήτρης με την Δέσποινα (Honda X-ADV 750), ο Ελληνοαμερικάνος της παρέας ο Τούλης με την Λία επίσης με (Honda X-ADV 750) καθώς επίσης και ο επίσημος σε κάθε ομαδική κίνηση της ομάδας των Moto Adventurers ¨tail rider¨ or ¨sweep¨ , ο Αποστόλης με Honda NC 750.

Ο καιρός υπέροχος και ζεστός μας υπόσχεται ότι θα έχουμε ένα καλό ταξίδι από πλευράς καιρικών συνθηκών, οι οποίες δυστυχώς ταλαιπώρησαν εμένα και τη συνεπιβάτη μου, λόγω της λανθασμένης ως αποδείχθηκε επιλογής να φορέσουμε τον χειμερινό εξοπλισμό σε μπουφάν και παντελόνι που αν και χωρίς τις επενδύσεις αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ζεστά στη διάρκεια της ημέρας όπου η θερμοκρασία ανέβηκε σχεδόν στους 30 βαθμούς κελσίου.
Μετά τις καλημέρες και με πρόδηλη ανυπομονησία να ξεκινήσουμε να καταπίνουμε χιλιόμετρα πατάμε μίζα. Κινούμενοι μέσω Εγνατίας Οδού με μέση ταχύτητα 130 χλμ πραγματοποιήσαμε την πρώτη μας στάση μετά από 01:30΄ ώρα οδήγησης στην κωμόπολη της Νέας Καρβάλης για ανεφοδιασμό, ολιγόλεπτη ξεκούραση και λήψη τονωτικών καφεϊνούχων ροφημάτων. Στη συνέχεια κινούμενοι στον ίδιο ρυθμό η επόμενη μας στάση ήταν πλέον στα σύνορα των Κήπων όπου η ουρά των οχημάτων προς Τουρκία ήταν αρκετά μεγάλη.

Αφού προσπεράσαμε αρκετά αυτοκίνητα φθάσαμε στο Ελληνικό σημείο ελέγχου όπου μετά από μια απλή επίδειξη των ταξιδιωτικών μας εγγράφων (Διαβατήριο ή ταυτότητα αναλόγως τι διέθετε ο καθένας) περάσαμε γρήγορα προς το Τουρκικό σημείο από τη γέφυρα που ενώνει την Ελληνική με την Τουρκική πλευρά του ποταμού Έβρου που αποτελεί το φυσικό σύνορο μεταξύ των δύο χωρών.

Εκεί o έλεγχος ήταν πιο λεπτομερής αφού έπρεπε να περάσουμε τρία (3) check points. Στο πρώτο επιδείξαμε τα ταξιδιωτικά μας έγγραφα και κοιτάζοντας σε μια κάμερα μας έβγαλαν φωτογραφίες προς αντιστοίχιση με τα έγγραφα και καταχώρηση στο δικό τους σύστημα. Κατά την αναμονή υπήρχαν και τελωνιακοί που έλεγχαν οχήματα. Σε εμένα προσωπικά ζήτησαν να ανοίξω την μια πλαϊνή βαλίτσα όπου ένας εξ αυτών έβαλε για το τυπικό της υπόθεσης το χέρι του εσωτερικά ανάμεσα από το τοίχωμα και τα ρούχα που ξεχείλιζαν και σχεδόν αμέσως μου είπε να την κλείσω. Στη συνέχεια στο δεύτερο σημείο ελέγχου επιδείξαμε μόνο οι οδηγοί διαβατήρια ή ταυτότητες μαζί με την Άδεια κυκλοφορίας των μοτοσυκλετών και την πράσινη κάρτα ασφάλισης τα οποία αφού καταχώρησαν στο σύστημά τους, συνεχίσαμε στο τρίτο σημείο όπου απλά κατέγραψαν τον αριθμό κυκλοφορίας και εισήλθαμε πλέον επίσημα στην Τουρκία όπου μετά από περίπου 4 χλμ. σταθμεύσαμε στο πρώτο πρατήριο καυσίμων το οποίο διέθετε mini market και ένα παλιό ¨νταλικεράδικο¨ εστιατόριο. Εφοδιαστήκαμε με καύσιμο (τιμή λίτρου βενζίνης περίπου 1,10 ευρώ) και γευματίσαμε με σνακ από το mini market.
Συνεχίσαμε προς τον προορισμό μας από την παλιά άνευ διοδίων εθνική οδό (διότι Κυριακή δεν μπορούσαμε να προμηθευτούμε με κάρτες διοδίων) γεγονός που μας αποζημίωσε στο έπακρο καθότι στο μεγαλύτερο μέρος της βρίσκεται δίπλα από την θάλασσα, ενώ διέρχεται από όλες τις πάλαι Ελληνικές παραλιακές πόλεις & κωμοπόλεις (Συλιβρία, Ραιδεστό, Μαρμαρά κλπ) όπου θαυμάσαμε τα υπέροχα αυτά μέρη με ανάμεικτα αισθήματα χαράς, συγκίνησης αλλά και θλίψης για τις χαμένες και αλησμόνητες πατρίδες.
Δυστυχώς σε αυτό το ταξίδι δεν είχαμε το χρόνο να δούμε και να εξερευνήσουμε λεπτομερώς αυτές τις υπέροχες παραλιακές στην θάλασσα του Μαρμαρά πόλεις, οι οποίες έχουν μπει στο πλάνο για επόμενη εξόρμηση αποκλειστικά σε αυτές.
Σε όλο το μήκος της διαδρομής από τα σύνορα έως την Κωνσταντινούπολη οι συνθήκες κυκλοφορίας ήταν εξαιρετικά αυξημένες πιθανόν λόγω της ημέρας (Κυριακή) και η ταχύτητά μας ήταν σύμφωνα με τα όρια ταχύτητας (από 50-110χλμ/ω) για τα οποία υπήρχαν παντού σχετικές προειδοποιητικές πινακίδες αλλά και πολλές κάμερες.




Κατά την είσοδό μας στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης μας περίμενε ένα απίστευτα πυκνό μποτιλιάρισμα σε κλίμακα πλήρους κυκλοφοριακής συμφόρεσης όπου η κίνηση γινόταν κυρίως με πρώτη ταχύτητα και με συνεχής στάσεις και επανεκκινήσεις που πραγματικά ταλαιπώρησαν τόσο εμάς αλλά περισσότερο τις φορτωμένες με τις αποσκευές μοτοσυκλέτες όπου τα βερτιλατέρ και ο συμπλέκτης -για όσους είχαμε- δούλευαν μόνιμα υπερωρίες.

Σε αυτό το σημείο πραγματικά ζήλεψα το DCT των δύο X-ADV της παρέας το οποίο ήταν ιδανικό για αυτές τις αντίξοες κυκλοφοριακά συνθήκες, οι οποίες επιδεινωνόταν ακόμη περισσότερο όσο πλησιάζαμε εντός του αστικού ιστού. Από τις πρώτες αυτές στιγμές στους δρόμους της Πόλης, αντιληφθήκαμε την άθλια οδική συμπεριφορά των οδηγών, οι οποίοι είχαν κάνει κουρελόχαρτο κάθε κώδικα οδικής κυκλοφορίας (εάν φυσικά υπάρχει), δεν υπολόγιζαν καμία σήμανση, καμία παραχώρηση προτεραιότητας, καμία σωστή διαδικασία αλλαγής λωρίδας, μετατρέποντας την οδήγησή μας σε αγώνα επιβίωσης μέχρι τον τελικό προορισμό μας που ήταν το ξενοδοχείο μας στην περιοχή Fatih πίσω ακριβώς από το Δημαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Το οδηγικό αυτό μαρτύριο διήρκεσε περίπου μια ώρα η οποία μας φάνηκε αιώνας και τελείωσε με την άφιξή μας στο ξενοδοχείο περί την 18:30 ώρα, όπου άμεσα ξεφορτώσαμε αποσκευές, σταθμεύσαμε και ασφαλίσαμε τις μοτοσυκλέτες στο πλακόστρωτο παραπλεύρως της εισόδου του ξενοδοχείου και επιτέλους μετά το check in τακτοποιηθήκαμε στα δωμάτια μας.
Αυτή η οδηγική αναρχία μας οδήγησε στο να μην κυκλοφορήσουμε ευρέως με τις μοτοσυκλέτες στην Κωνσταντινούπολη και να προτιμήσουμε το περπάτημα ή άλλα μέσα μεταφοράς κυρίως ταξί.
Το ξενοδοχείο που διαμείναμε ονομάζεται SOGUT HOTEL βρίσκεται στην καρδιά της πόλης σε ένα ήσυχο πλακόστρωτο και φυλασσόμενο δρόμο πίσω από το Δημαρχείο και είναι ιδανικό ως προς την τοποθεσία διότι βρίσκεται σε απόσταση 20΄λεπτών με τα πόδια από τα σημαντικότερα ιστορικά μνημεία: Αγιά Σοφιά, Μπλε τζαμί, το παλάτι Τοπ Καπί, την Κιστέρνα αλλά και την μεγάλη κλειστή αγορά το Kapali carsi.

Επίσης με περίπου 30΄λεπτά περπάτημα μπορούσαμε μέσα από ωραίους εμπορικούς δρόμους και πεζόδρομους να κατέβουμε στην παραλία στην γέφυρα του Γαλατά και στην περιοχή Eminonu όπου αναχωρούν τα πλοία της γραμμής και οι οργανωμένες κρουαζιέρες για Πριγκηπόνησα.
Στην περιοχή αυτή υπάρχουν τα μαγαζάκια και οι πλωτές καντίνες που σερβίρουν τα γνωστά ψαροσάντουϊτς στα τούρκικα Balik ekmek.

Πολύ κοντά στο ξενοδοχείο υπάρχουν σταθμοί μετρό αλλά και στάσεις λεωφορείων για κάθε προορισμό, ενώ στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν πολλά άλλα ξενοδοχεία, εστιατόρια, καταστήματα, αγορά κλπ. Το ξενοδοχείο το οποίο αναφέρεται ως 4* αποδείχθηκε value for money αφού για πέντε διανυκτερεύσεις με το πρωινό μέσω Booking με μη επιστρέψιμη τιμή και άμεση πληρωμή το κόστος ανήλθε μόλις στα 186 ευρώ, ενώ με πληρωμή στο ξενοδοχείο και ακύρωση μέχρι την προηγούμενη της άφιξης το κόστος ήταν 224 ευρώ. Το δωμάτια ήταν ευρύχωρα, καθαρά και το πρωινό ήταν πλήρες. Διαθέτει υπαίθριο χώρο στάθμευσης μπροστά και παραπλέυρως του ξενοδοχείου και όσο αφορά τις μοτοσυκλέτες αυτές τις σταθμεύσαμε στο πεζοδρόμιο παραπλεύρως της κεντρικής εισόδου. Το σημείο παρείχε ασφάλεια διότι επιτηρούνταν από τη ρεσεψιόν, από κάμερες ενώ στον πέριξ του ξενοδοχείου χώρο υπήρχαν αστυνομικοί όλο το 24ωρο λόγω φύλαξης του Δημαρχιακού Μεγάρου το οποίο βρίσκεται ακριβώς απέναντι.

Μετά την τακτοποίηση στα δωμάτια, ένα τονωτικό λουτρό και ολιγόωρη ξεκούραση, βγήκαμε για την πρώτη μας βόλτα στην Πόλη προς αναζήτηση φαγητού στην γύρω από το ξενοδοχείο περιοχή. Περπατώντας διασχίσαμε το πλακόστρωτο στενάκι και σε απόσταση πενήντα μέτρων βγήκαμε στην λεωφόρο Sehzadebasi όπου το βλέμμα μας τράβηξε το επιβλητικό τζαμί Shehzade στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

Κινούμενοι διαμέσου των πάρκων Sarachane και Fatih Memorial park βγήκαμε στον πεζόδρομο Itfaiye με πολλά καταστήματα – κεμπαπτζίδικα για φαγητό, καφέ κλπ.

Τελικά κάποιο κατάστημα εκεί που φημιζόταν σε κριτικές αποδείχθηκε κατώτερο των προσδοκιών αφού τα τραπέζια ήταν σε ένα βρώμικο πεζοδρόμιο έξω από παλιά βρώμικα κτήρια με έντονη δυσοσμία. Εκεί η παρέα χώρισε αφού εγώ με την Αφροδίτη, το Δημήτρη και τη Δέσποινα με την πείνα να μας έχει πλέον κυριέψει, αποφασίσαμε να δοκιμάσουμε την τύχη μας στα καταστήματα επί του κεντρικού εμπορικού δρόμου Fevzi Pasa όπου η κατάσταση ήταν πολύ καλύτερη. Πράγματι σε ένα από τα πολλά κεμπαμπτζίδικα γευτήκαμε τα πρώτα μας Ντονέρ εγώ με το Δημήτρη το πιο σκληροπυρηνικό και έντονο σε γεύση κρέας με μίξη μοσχάρι – αρνί, ενώ οι κυρίες της παρέας με την πιο light και σίγουρη επιλογή κοτόπουλου.

Από την πρώτη μας αυτή γαστρονομική επαφή με την τοπική κουζίνα αλλά και κατά την διάρκεια όλων των ημερών της διαμονής μας, διαπιστώσαμε ότι πουθενά δεν σερβίρεται χοιρινό κρέας και αλκοόλ.

Στα καταστήματα θα βρείτε μόνο soft drinks εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων σε καταστήματα που βρίσκονται σε τουριστικές περιοχές πλησίον σε ξενοδοχεία κλπ όπου έχουν άδεια να σερβίρουν μπύρα και αλκοολούχα ποτά γεγονός που εκμεταλλεύονται αναλόγως στις τιμές τους.
Στην επιστροφή προς το ξενοδοχείο ο Δημήτρης έκανε μια γενναία έφοδο σε ένα ζαχαροπλαστείο όπου έφυγε με λάφυρο ένα κουτί με κάθε είδους σιροπιαστό που είχε το μαγαζί,τα οποία απόλαυσε prive στο δωμάτιο του ξενοδοχείου.

2η ημέρα Δευτέρα 30/09
Μετά από ένα πλούσιο πρωινό στο μπουφέ του ξενοδοχείου, στο πρόγραμμα της δεύτερης ημέρας ήταν επίσκεψη στο κυριότερο θρησκευτικοϊστορικό μνημείο της Πόλης την Αγιά Σοφιά και τα πέριξ μνημεία αυτής όπως το Μπλε τζαμί και το παλάτι Τοπ καπί.
Καθ’ οδόν απαραίτητη η στάση σε ένα ανταλλακτήριο συναλλάγματος προκειμένου να προμηθευτούμε τουρκικές λίρες, καθότι γνωρίζαμε ότι το καλό παζάρι και η μείωση στις τιμές γίνεται μόνο με μετρητά.

Από το ξενοδοχείο η απόσταση μέχρι τα σημεία αυτά ήταν περίπου 1,5 χλμ το οποίο μεταφράζεται σε 20΄-25΄λεπτά χαλαρό περπάτημα χαζεύοντας στα μαγαζιά και τα υπόλοιπα ιστορικά κτήρια που κατακλύζουν την περιοχή του κέντρου.

Κατά την διαδρομή αυτή περάσαμε από την πλατεία Beyazit όπου βρίσκεται η είσοδος για το πανεπιστήμιο

και απέναντι το μεγάλο ομόνυμο τζαμί.

Συνεχίσαμε στην κεντρική οδό Yeniceriler

(η οποία εφάπτεται στη μεγάλη και ξακουστή αγορά Kapali carsi) και την διασχίζουν με πυκνό ρυθμό οι συρμοί των τραμ της πόλης.
Κατά μήκος του κεντρικού αυτού δρόμου υπάρχουν πλήθος εμπορικών καταστημάτων αλλά και καφέ – εστιατορίων – ταχυφαγείων.

Λίγα μέτρα πιο κάτω φτάσαμε στο πάρκο – πλατεία Sultan Ahmet park όπου από τη μια πλευρά ορθώνεται επιβλητική η Αγιά Σοφιά και απέναντι το Μπλε τζαμί.

Η συγκίνηση, ο θαυμασμός και η χαρά που βρισκόμασταν και αντικρίζαμε ζωντανά το ιστορικότερο θρησκευτικό Ναό – μνημείο του Βυζαντίου ήταν απερίγραπτα. Όμως αμέσως ακολούθησε η απογοήτευση διότι η ουρά για την έκδοση εισιτηρίων για την είσοδο στην Αγιά Σοφιά ήταν τεράστια με εκατοντάδες άτομα και ταξιδιωτικά γκρουπ από κάθε γωνιά του κόσμου.
Αυτό καθιστούσε αδύνατη την επίσκεψη μας εσωτερικά για την συγκεκριμένη ημέρα. Βέβαια μας πλησίασαν και διάφοροι ντόπιοι, όπου με αντάλλαγμα την διπλάσια σχεδόν τιμή του εισιτηρίου, μας υπόσχονταν άμεση είσοδο χωρίς αναμονή γεγονός που δεν δεχθήκαμε για λόγους υψηλού κόστους αλλά και έλλειψης αξιοπιστίας περί των λεγομένων τους. Το εισιτήριο για την είσοδο στην Αγιά Σοφιά είναι ιδιαίτερα υψηλό και ανέρχεται στα 45 ευρώ το άτομο (πλήρες πακέτο) για είσοδο τον Ναό μαζί με την ξενάγηση στο Μουσείο και σε 25 ευρώ το άτομο μόνο για το Ναό. Η ώρα ήταν ήδη 11:30 οπότε αποφασίσαμε να επανέλθουμε νωρίς την επόμενη ημέρα και συγκεκριμένα την 08:00΄ ώρα που ανοίγει το μνημείο να είμαστε στα εκδοτήρια ώστε να μην υπάρχει πολύ αναμονή μιας και εκείνη την ώρα τα γκρουπ των τουριστών βρίσκονται ακόμη στα ξενοδοχεία τους.
Αποφασίσαμε να συνεχίσουμε την μέρα μας με μια επίσκεψη – ξενάγηση στο Τοπ Καπί που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από την Αγιά Σοφιά.

To Τοπ Καπί (τουρκικά: Topkapı Sarayı) είναι ανάκτορο που βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη. Χτισμένο σε λόφο που επιβλέπει το Βόσπορο και ήταν ακρόπολη του αρχαίου Βυζαντίου, αποτελούσε επίσημη κατοικία των σουλτάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τα μέσα του 15ου αιώνα μέχρι την κατασκευή του παλατιού Ντολμά Μπαχτσέ (1853).
Αρχικά γνωστό ως «Νέο Παλάτι» (τουρκ. Yeni Sarayı), έλαβε τη σημερινή ονομασία του κατά το 19ο αιώνα από παρακείμενη ομώνυμη πύλη.
Είναι μέρος των ιστορικών περιοχών της Κωνσταντινούπολης που ανήκουν συλλογικά στα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.
Εκεί διαπιστώσαμε με έκπληξη ότι το αντίτιμο για την είσοδο ανερχόταν στα εξήντα (60) ευρώ ανά άτομο!!!
Εννοείται ότι δεν μπήκαμε γιατί θεωρήσαμε εξαιρετικά υπερβολικό το ποσό αυτό.
Στο γκισέ των εισητηρίων για το Τοπ Καπί μας παρουσίασαν κάποια διαφημιστικά για 4ωρη νυκτερινή κρουαζιέρα με πλοίο στο Βόσπορο η οποία περιείχε φαγητό και μουσικοχορευτικό πρόγραμμα με τοπικούς χορούς. Η τιμή ήταν αρχικά αρκετά υψηλή στα 80 ευρώ το άτομο με απεριόριστο αλκοόλ και στα 60 ευρώ το άτομο χωρίς αλκοόλ αλλά με απεριόριστα soft drinks (αναψυκτικά).
Μας άρεσε η ιδέα και ύστερα από τα σχετικά παζάρια κλείσαμε την κρουαζιέρα για την επόμενη ημέρα το βράδυ για εννέα (9) άτομα στα σαράντα (40) ευρώ το άτομο με τρεις από τους εννέα να έχουν απεριόριστο αλκοόλ.
Στην τιμή συμπεριλαμβανόταν η παραλαβή μας από το ξενοδοχείο με Van και η μεταφορά μας στο πλοίο καθώς και η επιστροφή μας στο ξενοδοχείο ομοιοτρόπως μετά το πέρας της κρουαζιέρας.
Η εξερεύνηση μας συνεχίστηκε με επίσκεψη στη μεγάλη κλειστή αγορά του Kapali carsi που βρισκόταν πολύ κοντά μας.
Το Μεγάλο Παζάρι,Καλυμμένο Παζάρι ή Καλυμμένη Αγορά (τουρκικά: Kapalıçarşı) είναι μία από τις μεγαλύτερες καλυμμένες αγορές στον κόσμο. Βρίσκεται στο παλιό τμήμα της Κωνσταντινούπολης και καλύπτει έκταση 30.700 μ². Το Μεγάλο Παζάρι είναι ένα από τα πιο πολυσύχναστα αξιοθέατα της Κωνσταντινούπολης και περιέχει περίπου 4.000 καταστήματα με κοσμήματα, αντίκες, ενδύματα, δερμάτινα, χαλιά, υφαντά, αναμνηστικά, αξεσουάρ, γλυκά κλπ.

Η είσοδος μπορεί να γίνει από διάφορα σημεία από τις 11 εισόδους-εξόδους συνολικά που διαθετει η αγορά, στις οποίες οι εισερχόμενοι ελέγχονται με μαγνητικές πύλες ανίχνευσης μετάλλων για λόγους ασφαλείας.

Οι τιμές στα είδη είναι υψηλές και πέρα από την ενδιαφέρουσα εμπειρία που προσφέρει μια περιήγηση σε αυτό το ομολογουμένως ξεχωριστό αξιοθέατο δεν ενδείκνυται για αγορές, αφού πολλά προϊόντα μπορείτε να αγοράσετε στα πέριξ εκτός της κλειστής αγοράς καταστήματα ή σε άλλα σημεία της πόλης σε τιμές αρκετά χαμηλότερες.

Φυσικά το κλασικό παζάρι για τον καθορισμό της τιμής κυριαρχεί, αλλά σε αυτή την αγορά δεν έχει πραγματικό όφελος γιατί οι τιμές ξεκινούν υψηλότερα από τις πραγματικές.


Η συμβουλή μας για ένα καλό παζάρι με στόχο την επίτευξη μιας χαμηλότερης τιμής, είναι να έχετε μετρητά τουρκικές λίρες ή ευρώ αλλά κατά προτίμηση λίρες ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος να πέσετε θύματα εξαπατήσης κατά τον υπολογισμό της ισοτιμίας, η οποία κατά το χρονικό διάστημα που βρισκόμασταν εμείς στην Τουρκία ήταν τριάντα οκτώ (38) λίρες Τουρκίας ένα (1) ευρώ.

Το Kapali çarsi πραγματικά είναι τεράστιο με δεκάδες σοκάκια παράλληλα και κάθετα και απαιτούνται πολλές ώρες και αντοχή στο περπάτημα για να το γυρίσετε.

Εντός υπάρχουν όμορφες γωνιές με παραδοσιακά καφέ (αν βρείτε ελεύθερο τραπέζι) ώστε να ξεκουραστείτε και να απολαύσετε έναν μερακλίδικο δυνατό και έντονο σε άρωμα τούρκικο καφέ στη χόβολη συνοδευόμενο με τα γνωστά λουκουμάκια.

Αργά το μεσημέρι και αφού είχαμε περιηγηθεί σε όλη την αγορά βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο Divan Yolu όπου αμέσως μπήκαμε σε ένα εστιατόριο για να κατευνάσουμε τις διαμαρτυρίες του στομάχου μας με μαγειρευτά φαγητά της τοπικής κουζίνας.

Οι τιμές στα εστιατόρια ειδικά στην περιοχή αυτή είναι υψηλές. Ενδεικτικό δύο πιάτα φαγητού με τρεις λαχανοντολμάδες,ένα σκεπαστό σαν γεμιστή πατάτα με κρεας μοσχάρι ή κοτόπουλο κατ’ επιλογή με κρέμα σαν μπεσαμέλ και ρύζι κίτρινο μας στοίχισαν πενήντα δύο (52) ευρώ!!

Ήδη έχοντας φτάσει σχεδόν απόγευμα επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο για λίγη ξεκούραση και στη συνέχεια κατά την 19:00 ώρα αποφασίσαμε να πάρουμε τις μηχανές μας και να κάνουμε μια βόλτα προς την παραλιακή πλευρά του Βοσπόρου, το παλάτι Ντολμά Μπαχτσέ και την γνωστή περιοχή Οτακιόι (Ortaköy).
Το ανάκτορο Ντολμάμπαχτσε (“γεμιστός κήπος”, τουρκ. Dolmabahçe Sarayı) ήταν κατοικία των σουλτάνων και διοικητικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το 1856 μέχρι το 1922, με εξαίρεση την περίοδο 1889-1909 κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε το ανάκτορο Γιλντίζ.

Από το 1960 λειτουργεί ως μουσείο. Βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, επί της ευρωπαϊκής πλευράς του Βοσπόρου καλύπτοντας συνολικά έκταση περίπου 110.000 τ.μ. Γύρω από το παλάτι εκτείνεται η ομώνυμη συνοικία.
Η κατασκευή του ξεκίνησε το 1843, με εντολή του σουλτάνου Αμπντούλ Μετζίτ Α΄, και ολοκληρώθηκε το 1856. Το κόστος της ανέγερσης έφτασε τα 5 εκατομμύρια οθωμανικά χρυσά νομίσματα, το ισοδύναμο δηλαδή 35 τόννων χρυσού.

Για την επικάλυψη των οροφών του παλατιού, έκτασης 45.000 μ2, με φύλλα χρυσού, χρησιμοποιήθηκαν 14 τόννοι αυτού του μετάλλου. Έχει πρόσοψη 248 μέτρα και 285 δωμάτια.

To Ορτάκιοϊ (τουρκικά: Ortaköy), γνωστό στα ελληνικά και ως Μεσάχωρο ή Μεσαχώρι, είναι συνοικία της Κωνσταντινούπολης, επί της ευρωπαϊκής όχθης του κάτω Βοσπόρου, στα όρια της περιοχής Μπεσίκτας.

Το τούρκικο όνομά της που μεταφράζεται Μεσοχώρι, οφείλεται στη θέση της ανάμεσα στο κάστρο Ρούμελι Χισάρ και του Κουρού Τσεσμέ, ή Ξηροκρήνης.
Στο Ορτάκιοϊ βρίσκεται και μια εξ των γεφυρών που ενώνουν την Ευρωπαϊκή με την Ασιατική πλευρά της πόλης και κατ’ επέκταση την Ευρωπαϊκή με την Ασιατική ήπειρο η θέα της οποίας το βράδυ ήταν μοναδική και θεσπέσια με τον εκπληκτικό φωτισμό της.


Η δεύτερη μέρα έκλεισε τέλεια θαυμάζοντας την απίστευτη αυτή θέα και απολαμβάνοντας ροφήματα και σνακς πάνω ακριβώς στα κύματα του Βοσπόρου στο ωραίο κατάστημα που υπάρχει στο σημείο.

Η επιστροφή στο ξενοδοχείο με τις μοτοσυκλέτες έγινε από μια ωραία διαδρομή στην πόλη διερχόμενοι από την Πλατεία Ταξίμ με έντονη κυκλοφοριακή κίνηση παρόλο το προχωρημένο της ώρας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διαδρομή προς το Ορτάκιοϊ και από εκεί προς το ξενοδοχείο συναντήσαμε αρκετά μπλόκα τροχαίας που σταματούσαν ιδίως δίκυκλα. Οι υπηρεσιακές μοτοσυκλέτες της τροχαίας στη πλειοψηφία τους ήταν BMW Gs 1300!!, ενώ είδαμε ότι διαθέτουν και πανάκριβα περιπολικά αυτοκίνητα όπως Mercedes AMG, BMW, Bentley κλπ γεγονός που δείχνει τη σημασία που δίνουν στην αστυνόμευση η οποία ήταν έντονη παντού και όλες τις ώρες δίδοντας το αίσθημα της ασφάλειας και το κύρος που προσδίδουν στα σώματα ασφαλείας τα οποία ήταν εξοπλισμένα με σύγχρονες λειτουργικές στολές και εξοπλισμό.
3η ημέρα Τρίτη 01/10/2024
Η Τρίτη μέρα ξεκίνησε με πολύ πρωινό ξύπνημα και ήδη την 07:30 ώρα είχαμε τελειώσει το πρωινό μας, ευρισκόμενοι καθ’ οδόν με γρήγορο βηματισμό προς της Αγιά Σοφιά. 08:00 ακριβώς ήμασταν ήδη στην πλατεία μπροστά από την Αγία Σοφιά και η εικόνα ήταν άκρως διαφορετική από αυτή που είδαμε την προηγούμενη ημέρα με τις χιλιάδες των επισκεπτών.

Είμαστε οι μόνοι που βρισκόταν εκεί μαζί με κάποιους αστυνομικούς και υπαλλήλους καθαριότητας των τοπικών αρχών.

Στα εκδοτήρια των εισητηρίων επίσης επικρατούσε η ίδια κατάσταση. Ελάχιστοι μεμονωμένοι τουρίστες και εμείς σύνολο είκοσι άτομα με το ζόρι. Αφού καταβάλαμε το αντίτιμο των 45 ευρώ κατά άτομο για το πλήρες πακέτο (επίσκεψη Αγία Σοφιά και ξενάγηση στο Μουσείο) πήγαμε για το σημείο ελέγχου όπου εκεί γύρισαν τις γυναίκες της παρέας πίσω παραπλεύρως των εκδοτηρίων προκειμένου να προμηθευτούν με 1,5 ευρώ περίπου μια πρόχειρη μαντήλα για να σκεπάζουν το κεφάλι τους καθότι αυτό το μνημείο της Χριστιανοσύνης και της διεθνούς πολιτιστικής κληρονομιάς το έχουν μετατρέψει κατά παράβαση κάθε λογικής και διεθνούς ψηφίσματος σε τζαμί.
Με έντονα τα συναισθήματα της αγωνίας, της ανυπομονησίας και της συγκίνησης περάσαμε το σημείο ελέγχου των εισητηρίων, τα οποία μας συνέστησαν να κρατήσουμε ασφαλή γιατί με τα ίδια θα μπαίναμε στη συνέχεια στο μουσείο. Μετά το σημείο εισόδου αρχίσαμε να ανεβαίνουμε ένα ανηφορικό πλακόστρωτο μονοπάτι το οποίο τελικά μας οδήγησε ψηλά στο γυναικονίτη του Ναού που ήταν το μόνο μέρος που επιτρεπόταν η είσοδος σε μη Μουσουλμάνους.

Αυτό που μας κυρίεψε ήταν το δέος και ο θαυμασμός για το μεγαλοπρεπή αυτό οικοδόμημα.

Επίσης ρίγη συγκίνησης μας διαπερνούσαν σκεπτόμενοι τις θείες λειτουργίες, τους πιστούς, τους σημαντικούς αυτοκράτορες αλλά και τις ιστορικές στιγμές και γεγονότα που έλαβαν χώρα μέσα σε αυτόν τον ιερό και μοναδικό για την Χριστιανοσύνη και την Βυζαντινή αυτοκρατορία χώρο.

Παράλληλα η αίσθηση της αγανάκτησης και του θυμού ήταν μεγάλη για την ιεροσυλία και βεβήλωση που έχει υποστεί ο Ιερός Ναός με την παράλογη μετατροπή του σε τζαμί αλλά και την αλλοίωση, καταστροφή και επικάλυψη της ανυπολόγιστης ιστορικής και θρησκευτικής αξίας αγιογραφιών αλλά και πολλών άλλων στοιχείων του Ναού.


Η πικρία μας ήταν μεγάλη που δεν μπορούσαμε να επισκεφθούμε τον ισόγειο κυρίως Ναό και απλά κάναμε την περίμετρο αυτού από τον γυναικονίτη μόνο, στερώντας μας έτσι τη δυνατότητα να βιώσουμε όλο το μεγαλείο που αποπνέει η Αγία Σοφιά.

Μεγάλη συγκίνηση για εμάς ήταν οι δύο- τρείς τοιχογραφίες που σώζονταν με τον Κύριο Ιησού Χριστό, την Παναγία μας και τους αυτοκράτορες οι οποίες μαρτυρούν την πραγματική Χριστιανική υπόσταση και ιστορία του Ναού.



Μετά από μια ώρα περίπου και αφού επισκεφθήκαμε κάθε επιτρεπόμενο σημείο, πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα των παρατηρητών του χώρου, προχωρήσαμε μπρος την έξοδο όπου στα αριστερά μας στο ισόγειο ήταν η είσοδος δια της οποίας εισερχόταν στο ναό ο εκάστοτε αυτοκράτορας με την υπέροχη αγιογραφία άνωθεν αυτής.

Από εκείνο το σημείο και μετά η είσοδος ήταν καλυμμένη με ένα μεγάλο πάνελ που εμπόδιζε την οπτική επαφή με το εσωτερικό του κτηρίου.
Εν συνεχεία κατόπιν ερωτήσεων προς τους φύλακες του χώρου ενημερωθήκαμε ότι το μουσείο βρισκόταν ευθεία στο πλακόστρωτο προς το μπλε τζαμί σε απόσταση περίπου εκατό μέτρων.
Η είσοδος στο Μουσείο έγινε με εξίσου αυστηρά μέτρα ασφαλείας όπως και στην Αγιά Σοφιά. Έλεγχος εισητηρίων με ηλεκτρονικές πύλες ανάγνωσης του barcode, έλεγχος των τσαντών σε μηχανήματα x-ray και διέλευση από μαγνητικές πύλες ανίχνευσης μετάλλων όπως γίνεται και στα αεροδρόμια.
Ακολούθως το γκρούπ που σχηματίστηκε από περίπου 15 επισκέπτες μεταξύ αυτών και εμείς, ανέλαβε μια σοβαροφανής ευγενική ξεναγός.
Μας ενημέρωσε ότι θα μας διανεμηθούν κατάλληλες συσκευές και ακουστικά όπου θα ακούμε την ιστορία της Αγιάς Σοφιάς από την κατασκευή της έως τα σύγχρονα χρόνια. Όταν έγινε η παραλαβή των συσκευών από όλους με την αντίστοιχη δηλωθείσα ενός εκάστου γλώσσα προτίμησης, ανεβαίνοντας μια σκάλα μπήκαμε σε μια αίθουσα με χαμηλό φωτισμό και ένα τεράστιο 3D video wall όπου έγινε η εισαγωγή για το τι θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια.

Αμέσως καταλάβαμε ότι πρόκειτο για ένα υπερσύγχρονο μουσείο οπτικοαστικής απεικόνισης όπου η ιστορία θα ζωντάνευε μπροστά στα μάτια μας πάντα με περιέργεια και επιφυλακτικότητα ως προς πως θα την ακούσουμε από την δική τους εκδοχή.

Μετά την εισαγωγή εισήλθαμε σε έναν ανελκυστήρα όπου σταμάτησε τρεις ορόφους πιο πάνω.
Σε κάθε αίθουσα που επισκεπτόμασταν πάντα με την καθοδήγηση της ξεναγού, μας παρουσίαζαν με εκπληκτικά οπτικά και ηχητικά εφέ την ιστορία της Αγιάς Σοφιάς ανά περιόδους.

Οφείλω να πω ότι η εξιστόρηση ανταποκρινόταν στο αληθές της ιστορίας και των γεγονότων ως προς την κατασκευή και την εξέλιξη του μνημείου διαμέσου των αιώνων μέχρι την άλωση της πόλης αλλά και μετά από αυτή.

Εστίασαν στην οξυδέρκεια και τις ικανότητες των δύο αρχιτεκτόνων του έργου, στην πρωτοποριακή για τα δεδομένα της εποχής κατασκευή, στο μεγαλειώδες αποτέλεσμα που όταν το αντίκρυσε ολοκληρωμένο ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός αναφώνησε ” Σολομώντα σε νίκησα”. Επίσης παρουσίασαν όλα τα σημαντικά γεγονότα στα οποία η Αγιά Σοφιά αποτέλεσε σημείο αναφοράς, όπως οι λεηλασίες που υπέστη η Πόλη από την Σταυροφορία που έλαβε χώρα από τας ανατολάς της Αυτοκρατορίας,



το σχίσμα των Εκκλησιών, τις εικονομαχίες με τη στάση του Νίκα κλπ που σε συνδυασμό με την εσωτερικές έριδες αποδυνάμωσαν την αυτοκρατορία με αποτέλεσμα ο Μωάμεθ ο πορθητής να πετύχει το μέχρι τότε ακατόρθωτο, να υπερκεράσει τα τείχη και να μπει στην πόλη.

Οι εικόνες από το σημείο αυτό της άλωσης με τα στίφη των Οθωμανών να εισέρχονται στην πόλη, (καίτοι εντέχνως δεν αναφέρθηκαν ούτε έδειξαν τη σφαγή και τις λεηλασίες που ακολούθησαν), μας έφεραν κόμπο στο λαιμό και δάκρυα στα μάτια για την μεγάλη αυτή μαύρη ημέρα που σήμανε την πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και τα 400 χρόνια σκλαβιάς που ακολούθησαν για τους Έλληνες.
Όσο αφορά την Κωνσταντινούπολη, τα παράλια και τις υπόλοιπες χαμένες πατρίδες η άλωση σήμανε την οριστική απώλεια τους, ιδίως ύστερα από τα τραγικά γεγονότα και λάθη της Μικρασιατικής εκστρατείας, που έλαβαν χώρα κυρίως λόγω του αλληλοσπαραγμού και των πολιτικών αντιπαραθέσεων που κυριαρχούσαν στην ελληνική κοινωνία από το φανατισμό που έσπερναν στον κόσμο οι τότε πολιτικές ελίτ.
Μετά το πέρας της ξενάγησης από το μουσείο βγήκαμε όλοι με έντονη και έκδηλη στα πρόσωπα μας την θλίψη για το χαμένο μεγαλείο του Ελληνισμού.
Δεν κάναμε καν το κόπο λόγω των συναισθημάτων αυτών να κινηθούμε ακριβώς απέναντι προς το μπλε τζαμί το οποίο τελικά δεν επισκεφθήκαμε αλλά προτιμήσαμε να πιούμε έναν καφέ- σε ένα από τα πολυάριθμα καφέ- ζαχαροπλαστεία του κεντρικού δρόμου.
Είχαμε ενοχληθεί πολύ σε επίπεδο αγανάκτησης για την αδικαιολόγητη μετατροπή αυτού του λαμπρού ναού – συμβόλου της Χριστιανοσύνης, αλλά και ενός από τα σπουδαιότερα και εμβληματικότερα μνημεία διεθνούς πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας, σε τζαμί καθαρά για λόγους εξυπηρέτησης ακραίων εθνικιστικών ιδεών καθότι η Αγιά Σοφιά αποτελεί το σπουδαιότερο για τους Τούρκους σύμβολο κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης.
Η ειδεχθής αυτή ενέργεια έγινε όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται ως απάντηση προς τους αντιφρονούντες και τη Δύση για το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 2016, δηλώνοντας έτσι έμπρακτα την μεταστροφή από τον Κεμαλισμό και τον εκσυγχρονισμό σύμφωνα τις δυτικές επιρροές, στον Ισλαμισμό, τον νεοοθωμανισμό και την μαντίλα.
Αλλάζοντας θέμα και διάθεση να πούμε ότι το καφεδάκι με τα συνοδευτικά που πήραμε μας τόνωσε ώστε να συνεχίσουμε την ημέρα μας στην πόλη με μια επίσκεψη στην πλατεία Ταξίμ και στον πεζόδρομο της Ιστικλάλ έως τον πύργο του Γαλατά. Πριν φτάσουμε στη βόλτα μας στην πλατεία Ταξίμ, να πω ότι για δύο καφεδάκια ένα τούρκικο άψογα σερβιρισμένο με τα λουκουμάκια του, ένα Νες καφέ, ένα μικρό κρουασάν και δύο μικρά κομματάκια – μπουκίτσες μπακλαβά που λιγουρεύτηκα πληρώσαμε κάτι λιγότερο από δεκαεπτά (17) ευρώ!!!

Με ένα ταξί που πήραμε εγώ, η Αφροδίτη, ο Δημήτρης και η Δέσποινα από τον κεντρικό δρόμο απέναντι από το ξενοδοχείο, (στο οποίο είχαμε επιστρέψει για ανασυγκρότηση), χρειάστηκαν περίπου δεκαπέντε (15) λεπτά (απόσταση 4 χλμ) για να βρεθούμε στην ξακουστή πλατεία Ταξίμ την άλλοτε ελληνική συνοικία Πέραν.
Για το κόμιστρο καταβάλαμε 112 λίρες ήτοι περίπου 3 ευρώ. Οι υπόλοιποι της παρέας ο Θωμάς με την Αλεξία ήρθαν με το μετρό, ενώ ο Αποστόλης με τον Τούλη και τη Λία ήρθαν από το ξενοδοχείο με τις μοτοσυκλέτες.
Η πλατεία Ταξίμ ως γνωστό ήταν όπως την αναμέναμε. Τεράστια, πολύβουη και με αρκετό κόσμο.

Η πλατεία Ταξίμ δεν μας έκανε κάποια ιδιαίτερη εντύπωση και συνεχίσαμε όλοι να περπατήσουμε στον ξακουστό εμπορικό πεζόδρομο της Ιστικλάλ με τα εκατοντάδες εμπορικά καταστήματα, ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια.



Σε αυτόν τον πεζόδρομο μήκους περίπου δύο (2) χιλιομέτρων βρίσκονται και τα περισσότερα προξενεία ανάμεσα σε αυτά και της Χώρας μας.

Τον πεζόδρομο διασχίσει σε όλο το μήκος του το παραδοσιακό τραμ στο οποίο μπορείτε να επιβιβαστείτε αν δεν θέλετε να περπατήσετε όλη αυτή την απόσταση. Το τραμ δίνει μια ευχάριστη και ξεχωριστή νότα σε όλο το σκηνικό του πεζόδρομου δένει ιδανικά με τα νεοκλασικά επιβλητικά κτήρια και σε μεταφέρει πίσω στο χρόνο στον 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Η αγορά εκεί είναι καθαρά τουριστική, τα καταστήματα πολυτελή και αρκετά γνωστών brands με τις ανάλογες φυσικά τιμές. Οπότε η περιοχή δεν προσφέρεται για οικονομικές – φθηνές αγορές.

Σε κάποιο κάθετο δρομάκι της Ιστικλάλ βρήκαμε συσκευασμένα γλυκά μπακλαβά σε καλή τιμή και αγοράσαμε αρκετά κουτιά για εμάς και τα σχετικά δώρα-κεράσματα.


Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ στο γεγονός ότι οι περισσότεροι Έλληνες επισκέπτες και ταξιδιωτικά γραφεία από Ελλάδα προτιμούν να διαμένουν πέριξ της πλατείας Ταξίμ. Προσωπικά για μένα αλλά και ως δήλωσαν όλοι οι υπόλοιποι της παρέας αυτό δεν είναι και το καταλληλότερο γιατί πέρα από την πλατεία, τον πεζόδρομο και τον Πύργο του Γαλατά δεν έχει κάτι άλλο εκεί κοντά και είναι σχετικά μακριά για πεζοπορία έως το ιστορικό κέντρο (Αγιά Σοφιά, Τοπ Καπί, την αγορά Kapali çarsi, την κιστέρνα- ρωμαϊκό υδραγωγείο, τον ιππόδρομο, την παραλία με την γέφυρα του Γαλατά και πολλά άλλα) που βρίσκονται κοντά στην περιοχή Fatih όπου ήταν το ξενοδοχείο μας αλλά και πολλά άλλα ξενοδοχεία ακόμη. Θεωρώ ότι αν θέλετε να γνωρίσετε την πόλη και να είστε κοντά στα περισσότερα μνημεία η πλατεία Ταξίμ δεν είναι η κατάλληλη περιοχή για να μείνετε αλλά να επιλέξετε τα ξενοδοχεία στην περιοχή Fatih.
Φτάνοντας στο τέρμα του πεζόδρομου δεξιά μας ορθώνοταν επιβλητικός ο πύργος του Γαλατά.

Ο Πύργος του Γαλατά (τουρκικά: Galata Kulesi) είναι μεσαιωνικός, κυκλικός, πέτρινος πύργος που βρίσκεται στην περιοχή Γαλατά της Κωνσταντινούπολης, στη βόρεια πλευρά του Κεράτιου κόλπου. Το ύψος του φτάνει τα 67 μέτρα, μέχρι το διακοσμητικό οβελό της κωνικής κορυφής του, ενώ η βάση του βρίσκεται 35 μέτρα από το επίπεδο του Κεράτιου κόλπου. Η εξωτερική διάμετρος του είναι 16,45 μέτρα στο επίπεδο της βάσης και η εσωτερική 8,95 μέτρα και χτίστηκε από τους Γενουάτες το 1348 ως προπύργιο και παρατηρητήριο.
Στον πύργο του Γαλατά, αποφασίσαμε να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο για να γευματίσουμε εκεί κοντά και να ξεκουραστούμε μιας και σε λίγες ώρες θα πηγαίναμε στην κρουαζιέρα που είχαμε κλείσει στο Βόσπορο. Οι υπόλοιποι της παρέας επέλεξαν να παραμείνουν στην πλατεία Ταξίμ και να επιστρέψουν αργότερα.
Με σκοπό να βρούμε κάποιο ταξί περπατούσαμε στα κατηφορικά στενά πλακόστρωτα της περιοχής με κατεύθυνση τον κεντρικό παραλιακό δρόμο σε μια περιοχή που θύμιζε έντονα την παλιά πόλη της Θεσσαλονίκης όσον αφορά τα κτήρια. Στις γειτονιές αυτές επικρατούσε η μαντίλα και η μπούργκα ενώ οι περισσότεροι άνδρες φορούσαν κελεμπία και το στρογγυλό μουσουλμανικό καπέλο. Στην περιοχή αυτή οι άνθρωποι ήταν άλλου επιπέδου από αυτούς που βλέπαμε στο τουριστικό κέντρο. Από την παραπάνω ενδυμασία φαινόταν ότι ήταν πιο παραδοσιακοί και φανατικοί θρησκευτικά.
Κλείνοντας την παρένθεση για την περιοχή και συνεχίζοντας για να βρούμε ταξί να πω ότι στην Κωνσταντινούπολη η πλειονότητα των ταξιτζήδων δεν χρησιμοποιεί το ταξίμετρο το οποίο έχουν ως διακοσμητικό στοιχείο. Το πρώτο ταξί που σταματήσαμε στο κλασικό How much που πρέπει πάντα να ρωτάς αφού όλα γίνονται μέσω συμφωνίας και παζαριού, μας ζήτησε 500 και εν συνεχεία 400 λίρες για την ίδια πάνω κάτω διαδρομή που είχαμε πληρώσει 112 λίρες. Το δεύτερο ταξί μας ζήτησε 300 λίρες και το τρίτο 200 λίρες δηλαδή περίπου 6 ευρώ, στο οποίο τελικά επιβιβαστήκαμε μη θέλοντας να καθυστερήσουμε άλλο και να φτάσουμε σύντομα για ένα πρόχειρο γεύμα κοντά στο ξενοδοχείο και εν συνεχεία ξεκούραση.
Στις 19:30 ακριβώς όπως μας είχαν ενημερώσει έφτασε το λεωφορείο που θα μας μετέφερε στο πλοίο για την κρουαζιέρα μετά μουσικής και χορού.

Τα λεωφορεία της συγκεκριμένης επιχείρησης μάζευαν άτομα και από άλλα ξενοδοχεία της περιοχής. Μετά από μισή ώρα διαδρομής λόγω και της υπερβολικής κίνησης φτάσαμε στο σημείο όπου επιβιβαστήκαμε στο πλοίο.
Η όλη εμπειρία αποδείχθηκε όντως καλή, το φαγητό εξίσου καλό, η εξυπηρέτηση άψογη, το περιβάλλον καθαρό και το πρόγραμμα πολύ διασκεδαστικό με καλή μουσική από disco ως τα παραδοσιακά τουρκικά χορευτικά με πολύ ωραία συγκροτήματα.

Στο τραπέζι μας περίμεναν ήδη τα πρώτα πιάτα με ορεκτικά και σαλάτες και συνεχίσαμε με το κυρίως πιάτο τριών επιλογών με ψάρι, μπιφτέκια μοσχαρίσια ή φιλέτο κοτόπουλο.


Μετά το κυρίως πιάτο το επιδόρπιο ήταν λαχταριστά κομμάτια μπακλαβά σε αφθονία.
Τα χορευτικά ήταν πολύ όμορφα με τοπικές φορεσιές και πολύ καλούς χορευτές και χορεύτριες.



Ο κόσμος από διάφορες χώρες μήκη και πλάτη της γης γλεντούσε σαν μια παρέα χορεύοντας με το κέφι στα ύψη.


Η μπροστινή μας παρέα που γνωριστήκαμε ήταν ντόπιοι Τούρκοι που διασκέδαζαν και αυτοί μαζί μας. Εδώ αναλογιζόμουν ότι οι λαοί μπορούμε να ζήσουμε αρμονικά και ειρηνικά αρκεί να υπάρχει αλληλοσεβασμός μεταξύ μας.
Από το πλοίο μας δώθηκε η ευκαιρία να θαυμάσουμε και να φωτογραφίσουμε νύκτα τις ακτές του Βοσπόρου με την πόλη, τα παλάτια, τα μνημεία και τις γέφυρες όλα υπέροχα φωτισμένα.



Πραγματικά άξιζε αυτή η εμπειρία γιατί όλοι περάσαμε ένα υπέροχο βράδυ και άλλη μια γεμάτη μέρα στην Κωνσταντινούπολη έκλεισε με τέλειο τρόπο.
4η ημέρα Τετάρτη 02/10/2024
Την Τετάρτη ημέρα το πρόγραμμα περιείχε επίσκεψη στην Νήσο Πρίγκηπο.
Αφού ψάξαμε τις πληροφορίες στο internet βρήκαμε το σημείο αναχώρησης των πλοίων όπου ήταν το λιμάνι στην περιοχή Eminonu. Πήραμε ταξί όπου φτάσαμε στο σημείο και σε κάποια εκδοτήρια εισητηρίων όπου φεύγουν οι οργανωμένες κρουαζιέρες μας είπαν ότι πρέπει να πάμε σε άλλο σημείο 4 χιλιόμετρα πιο κάτω για να πάρουμε τα πλοία της γραμμής. Πάλι ταξί για να πάμε στο νέο σημείο αναχώρησης που ήταν το ίδιο με αυτό που είχαμε ξεκινήσει το προηγούμενο βράδυ την κρουαζιέρα. Το εισιτήριο για την Πρίγκηπο ήταν 160 λίρες μιας διαδρομής για δύο άτομα δηλαδή περίπου 8 ευρώ το άτομο.
Το πλοίο ξεκίνησε στις 11:40 και με έκπληξη είδαμε ότι η πρώτη στάση του ήταν στην περιοχή Eminonu που είχαμε πάει αρχικά, για να παραλάβει κόσμο. Άδικα και λανθασμένα δηλαδή μας έστειλαν τέσσερα χιλιόμετρα πιο κάτω για να πάρουμε το πλοίο.

Η διάρκεια της διαδρομής για την Πρίγκηπο ή Buyukada στα τουρκικά ήταν μια ώρα περίπου. Μας δώθηκε η ευκαιρία να θαυμάσουμε μέρα αυτή τη φορά τα παράλια του Βοσπόρου με τα υπέροχα κτήρια.


Η Πρίγκηπος (τουρκ. Büyükada = μεγαλονήσι) είναι το μεγαλύτερο από την ομώνυμη εξ αυτού συστάδα των εννιά Πριγκηπονήσων της Προποντίδας. Απέχει 11 περίπου ναυτικά μίλια N.ΝA. από τη Γέφυρα Γαλατά της Κωνσταντινούπολης, ενάμισι από τα απέναντι παράλια και μόλις μισό μίλι από την γειτονική Χάλκη. Έχει έκταση 5,4 τ.χλμ. και συνολικό πληθυσμό 7.335 κατοίκους.
Είναι η κατ’ εξοχήν Πριγκηπόνησος, από την οποία πήραν το όνομά τους όλα τα Πριγκηπόννησα. Ως «Νήσος του Πρίγκηπος» αναφέρεται από βυζαντινούς χρονικογράφους από τις αρχές του 9ου αιώνα μ.Χ.
Στην Πρίγκηπο υπάρχουν πολλά αρχοντικά από την ελληνική περίοδο αλλά και αρκετές εκκλησίες και Μονές.
Από τη θάλασσα θαυμάζαμε τα αρχοντικά αλλά και τους οικισμούς των νησιών.


Με την αποβίβαση μας καθίσαμε σε ένα παραλιακό καφέ όπου μας έγδυσαν κανονικά αφού ο ελληνικός διπλός (τούρκικος για αυτούς) στοίχιζε 6 ευρώ!!!
Μετά τον “πικρό” καφέ που δεν άξιζε σε σχέση με αυτούς που είχα πιει στην Κωνσταντινούπολη, περιηγηθήκαμε στα γραφικά σοκάκια του οικισμού όπου υπήρχαν πολύ καλύτερα και φθηνότερα καταστήματα για καφέ ή για φαγητό σε λογικές τιμές.




Στην Πρίγκηπο συναντήσαμε και έναν κύριο που εξασκούσε το επάγγελμα του λούστρου παπουτσιών το οποίο πιστεύαμε ότι έχει πλέον εκλείψει.

Επιλέξαμε να επιστρέψουμε με το δρομολόγιο της 15:30 ώρα και μετά από μια ώρα αποβιβαστήκαμε στο λιμάνι στην περιοχή Eminonu.
Από εκεί με τα πόδια μέσα από ο όμορφους εμπορικούς δρόμους και πεζόδρομους φτάσαμε κοντά στο ξενοδοχείο όπου γευματίσαμε οικονομικά στα καταστήματα εστίασης που βρίσκονται στην περιοχή.

Μετά το φαγητό οι υπόλοιποι επέστρεψαν στο ξενοδοχείο για ξεκούραση ενώ εγώ με την Αφροδίτη επιλέξαμε να περιηγηθούμε στα μαγαζιά της περιοχής που έχουν αρκετά καλές τιμές και αρκετά χαμηλότερες από την Ελλάδα. Σε κάποιο από αυτά ψωνίσαμε διάφορα ρούχα, πολύ καλής ποιότητας, φερόμενα σύμφωνα με τις πιστοποιήσεις τους ως επωνύμων brands σε πολύ χαμηλές τιμές που έπεσαν ακόμη πιο κάτω μετά από σκληρό παζάρι.
Περπατώντας σε αυτή την αγορά και στους πέριξ πεζόδρομους κάνοντας ψώνια και χαζεύοντας μας βρήκε η νύκτα όπου κουρασμένοι επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο περίπου στις 22:00 μη έχοντας άλλες δυνάμεις για κάτι παραπάνω. Άλλωστε κάθε μέρα η μέση απόσταση που περπατούσαμε ήταν γύρω στα 14 με 16 χιλιόμετρα αλλιώς δεν γινόταν να γνωρίσουμε την πόλη και να ζήσουμε τον παλμό της. Παρόλα αυτά ένα μόνο μικρό τμήμα της γνωρίσαμε που είναι ο κεντρικός τομέας της παλιάς πόλης γιατί η Κωνσταντινούπολη είναι πραγματικά τεράστια και απλώνεται σε μια αχανή έκταση πάνω σε δύο ηπείρους με πληθυσμό 16.000.000 ανθρώπων σχεδόν διπλάσιο της χώρας μας.
Οι υπόλοιποι της παρέας με τις μοτοσυκλέτες επισκέφθηκαν το Roof bar του ξενοδοχείου Mediterranean όπου από τον 19ο όροφο απόλαυσαν ένα ποτό με εκπληκτική θέα.

Όπως έμαθα εκεί ο Αποστόλης κινδύνεψε να χάσει το drone όταν αυτό τυφλώθηκε από ραντάρ και έχασε επαφή για μια ολόκληρη ώρα ώσπου ευτυχώς γύρισε πίσω μόνο του όταν η μπαταρία έφτασε οριακά στο 1%.

Έτσι ολοκληρώθηκε και η τέταρτη μέρα στη Κωνσταντινούπολη.
5η ημέρα Πέμπτη 03/10/2024
Η Πέμπτη μέρα είχε στο πρόγραμμα επίσκεψη στο Φανάρι και συγκεκριμένα στο Πατριαρχείο.

Η άφιξη μας στο Πατριαρχείο συνέπεσε με την αναχώρηση της αυτού εξοχότητας Πατριάρχη Βαρθολομαίου για Θεσσαλονίκη και Άγιο Όρος. Ο πατριάρχης αφού χαιρέτησε και ευλόγησε όλους όσους βρισκόμασταν στο σημείο ανεχώρησε και εμείς μπήκαμε στον χώρο του Πατριαρχείου ύστερα από σχετικό έλεγχο.

Με κατάνυξη προσκυνήσαμε και ανάψαμε κεριά στον Ιερό Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου.




Μετά την επίσκεψη μας στο Πατριαρχείο, πήραμε ταξί για να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο όπου στη διαδρομή ο οδηγός με φουλ Αντύπα και το άσμα “Για τα λεφτά τα κάνεις όλα” οδηγούσε σαν σε ειδική WRC, ενώ η Αφροδίτη και η Λία τα έδωσαν όλα χορευτικά στο πίσω κάθισμα.

Μετά το ξενοδοχείο πήγαμε πάλι με τον Τούλη και τη Λία στην κλειστή αγορά Kapali çarsi για τα τελευταία ψώνια μιας και την επόμενη ημέρα Παρασκευή πλέον θα επιστρέφαμε.
Επιστρέφοντας από την αγορά προμηθεύτηκα με ένα μεγάλο σάκο προκειμένου να μεταφέρουμε τα ψώνια που είχαμε κάνει μιας και το τριβαλιτσο με τον ήδη ένα επιπλέον σάκο που είχα πάνω από την κεντρική βαλίτσα δεν ήταν αρκετά για να χωρέσουν οι αγορές μας.

Το δείπνο μας έγινε κοντά στο ξενοδοχείο σε ενα κεμπαμπτζίδικο που στο τέλος μας κέρασαν παραδοσιακό τούρκικο τσάι.

Αμέσως μετά έχοντας ήδη πάει περίπου 10:00 μ.μ. επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο ώστε να έχουμε χρόνο να ετοιμάσουμε τις βαλίτσες μας και να ξεκουραστούμε για τα 600 χιλιόμετρα της επιστροφής.
Πραγματικά το ταξίδι μας στην Κωνσταντινούπολη αν και αδιάφορο από πλευράς οδηγικής απόλαυσης, με εξαίρεση τα παραλιακά τμήματα της Μαρμαρίδας, ήταν υπέροχο σε οτι αφορούσε τον προορισμό. Τα συναισθήματα που βιώσαμε στην Πόλη ήταν έντονα, το δέσιμο που νιώσαμε μοναδικό, η παρέα μας τέλεια και το μόνο σίγουρο είναι ότι θα ξαναεπιστρέψουμε για να την εξερευνήσουμε καλύτερα και να δούμε τα υπόλοιπα σημαντικά αξιοθέατα που δεν προλάβαμε ή δεν μπορέσαμε εκ των συνθηκών να δούμε σε αυτό το ταξίδι.
Η Κωνσταντινούπολη ιδίως για εμάς τους Έλληνες είναι μια πόλη που με το που θα φτάσεις εκεί αισθάνεσαι οικεία και όμορφα.
Αξίζει να πω ότι ο κόσμος σε όλες τις περιοχές που βρεθήκαμε ήταν φιλικός, ευγενικός μας εξυπηρετούσαν με προθυμία ενώ όταν τους λέγαμε ότι ήμασταν Έλληνες εκδήλωναν ιδιαίτερα αισθήματα χαράς και θαυμασμού αποκαλώντας μας αδερφούς, γείτονες κλπ.
Το μόνο αρνητικό τα εξαιρετικά υψηλά κόστη εισόδου στα αξιοθέατα ανά άτομο ήτοι:
Αγία Σοφιά- Μουσείο: 45 ευρώ.
Τοπ Καπί:61 ευρώ.
Κινστέρνα -υδραγωγείο: 31 ευρώ
Ανάκτορο Ντολμά Μπαχτσέ: 31 ευρώ.
Κλείνοντας θέλω να επισημάνω ότι τα δίτροχα ταξίδια μπορεί να μην φαίνονται σε κάποιους τόσο άνετα ή εύκολα, αλλά είναι μοναδικά σε εμπειρίες και συναισθήματα που μόνο ταξιδεύοντας πάνω σε μια μοτοσυκλέτα μπορεί να νοιώσεις.

Ευχαριστώ θερμά όλη την παρέα τον Δημήτρη, τη Δέσποινα, τον Θωμά, την Αλεξία, τον Αποστόλη, τον Τούλη και τη Λία για την υπέροχη συντροφιά τους, την καλή τους διάθεση και το πνεύμα καλής συννενόησης, στοιχεία που έκαναν το ταξίδι μας τέλειο από κάθε άποψη καθότι ήταν ιδανικοί συνταξιδιώτες.

Τέλος εύχομαι υγεία σε όλους και πάντα τέτοια υπέροχα και ασφαλή ταξίδια.

Κωνσταντίνος Πλέσσας.
Ιδρυτής – Διαχειριστής Moto Adventurers Hellas.

